search

ΑΡΘΡΑ

Με τη μοναχική μα στεντόρεια κιθάρα του, «άδειασε» 50 χρόνια πριν τη χριστουγεννιάτικη μουσική από τα χαρμόσυνα στολίδια κρατώντας μόνο τη γλυκόπικρη επίγευση, συνοδεία μιας ιδεολογικής τοποθέτησης για τους εορτασμούς αυτών των ημερών...

Η ιστορία θέλει την (καλλιτεχνική) ζωή του John Fahey να άλλαξε όταν στην παιδική του ηλικία άκουσε την εκδοχή του Bill Monroe στο ''Blue Yodel No. 7'' του Jimmie Rodgers (εδώ), και το ''Praise God I'm Satisfied'' του Blind Willie Johnson (εδώ). Η δική του όμως δημιουργία πήγε πέρα από τη λαϊκή αμερικάνικη μουσική. Για την ακρίβεια, υπηρετούσε την αισθητική της χρησιμοποιώντας κλασικότροπους κανόνες. Δεν είναι μόνο το finger picking παίξιμό του –που έτσι κι αλλιώς θα βρει κανείς στα παρακλάδια της αμερικανικής μουσικής των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα– αλλά κυρίως οι ευλύγιστες κινήσεις του χεριού του στην ταστιέρα, καθώς και το ζεστό forte που κατάφερνε να παράγει από έξι μεταλλικές χορδές ακουστικής κιθάρας.

Μέσα στην πλούσια δισκογραφία του, η δουλειά που έμελλε να αποδειχθεί η πιο εμπορική ήταν το άλμπουμ με το οποίο πρόκειται να ασχοληθούμε εδώ, όπου διασκευάζει με την κιθάρα του 14 χριστουγεννιάτικα κομμάτια, χρονολογημένα από τον 16ο αιώνα μέχρι και το 1936 (κυκλοφόρησε το 1968, από την Takoma). Αυτή τη φορά, η ιστορία θέλει τον Fahey να πήρε τη συγκεκριμένη απόφαση όταν o υπάλληλος σε ένα δισκοπωλείο του είπε με αφορμή τις στιβαγμένες κούτες του "White Christmas" του Bing Crosby που υπήρχαν εκεί, πως πρόκειται για δίσκο που πάντα ξεπουλάει. Μάλιστα η ιδέα καλάρεσε τόσο στον Fahey, ώστε στην πορεία ηχογράφησε άλλα 3 χριστουγεννιάτικα άλμπουμ.

71Fahey_2.jpg

Το κίνητρο της δημιουργίας του δίσκου μοιάζει πάντως παράδοξο, μιας και στα liner notes ο Fahey προβαίνει σε ένα έκδηλα αντικαπιταλιστικό κήρυγμα σχετικά με τον εορτασμό των Χριστουγέννων. Ορμώμενος από τον όρο «New Possibility» του στοχαστή-φιλοσόφου Paul Tillich (που δίνει και το όνομα στο άλμπουμ), δεν αποτάσσεται τη θρησκεία, αλλά τους σύγχρονους τρόπους έκφρασής της. Μέσα λοιπόν από τις σημειώσεις του δίσκου, δημιουργεί μια παράλληλη λεκτική αφήγηση της ορχηστρικής του μουσικής (κάτι που συνήθιζε να κάνει σε όλες τις κυκλοφορίες του). Πλέον , δηλαδή, αυτά τα 14 κομμάτια δεν είναι μόνο ένα γιορτινό «μπουκέτο», αλλά και μια ιδεολογική τοποθέτηση –ασχέτως τελικών αποδοχών ή αρχικών κινήτρων. Ή ενδεχομένως μιας έμμεσης εξυπηρέτησης εκείνων: από τη μία, ο Fahey κολλάει την αρνητικά φορτισμένη ταμπέλα του «εμπορικού προϊόντος»· κι από την άλλη παρουσιάζει τη μουσική (του) ως μια «ιδανική» πρόταση εορτασμού της γέννησης του θείου βρέφους.




Για να επικεντρωθούμε στη μουσική, είναι ένας δίσκος αντισυμβατικός του περιβάλλοντος στο οποίο «παίζει μπάλα». Εδώ δεν υπάρχουν χορωδίες, κουδουνάκια κι όλα εκείνα που κατευθείαν λειτουργούν σαν ασυνείδητη εγκεφαλική αντανάκλαση (εικόνες ελάτων, κοκκινοντυμένων παχουλών κύριων και τα συμπαρομαρτούντα). Ο John Fahey επιλέγει να «αδειάσει» τα χαρμόσυνα στολίδια της χριστουγεννιάτικης μουσικής και να κρατήσει τη γλυκόπικρη επίγευσή της. Με μια στεντόρεια αλλά μοναχική ακουστική κιθάρα, που από τη μία επιδίδεται σε μινόρε αρπέζ (“Christ’s Saints Of God Fantasy”) και από την άλλη αμβλύνει τις αιχμές με τη «γλύκα» των λεγκάτο (“The First Noel”) –φτάνει δε μέχρι και να εξωτικοποιεί την Άγια Νύχτα με χαβανέζικο slide (“Silent Night, Holy Night”). Χωρίς επίσης να ξεχνά από πού κρατάνε οι καταβολές του, ο κιθαρίστας διασκευάζει και το παραδοσιακό αγγλικό “Greensleeves” (το οποίο στην πραγματικότητα δεν είναι χριστουγεννιάτικο, αλλά από τον 19ο αιώνα κι έπειτα απόκτησε προσθήκη στίχων, ώστε να επιτελεί και χρέη καλάντων με τον τίτλο “What Child Is This?”), που σίγουρα δεν λείπει από τις παρτιτούρες όσων έχουν περάσει με την κλασική τους κιθάρα στην πλάτη από κάποιο ωδείο.

71Fahey_3.png

Αυτό που κυρίως κατάφερε εδώ ο Fahey είναι ότι έφτιαξε έναν δίσκο που κινείται στο yin και στο yang του χριστουγεννιάτικου και μη-χριστουγεννιάτικου. Γιατί, όσο κι αν τα ίδια τα υλικά του άλμπουμ είναι καταφανώς βγαλμένα από τον μουσικό σάκο του Άη-Βασίλη, δεν αποπνέουν μια σχετική αισθητική, παρά μόνο στα αναγνωρίσιμα μελωδικά στοιχεία τους. Έτσι, είναι ένα έργο που –γιατί όχι;– θα μπορούσε να αρέσει μέχρι και στον Εμπενίζερ Σκρουτζ. Ο Fahey δεν εξυπηρετεί το χριστουγεννιάτικο αφήγημα· εκείνο εξυπηρετεί τη δική του αισθητική. Κάτι που αποτελεί μια κάποια δικαίωση του δημιουργού. Ένα από τα πλέον κλασικά χριστουγεννιάτικα άλμπουμ, το A Charlie Brown Christmas του Vince Guaraldi Trio, κυκλοφόρησε μόλις 3 χρόνια νωρίτερα από το The New Possibility. Κι όμως, μοιάζει σαν να μη γίνεται να κατατάξεις τον δίσκο του Fahey ιστορικά και χρονικά, ίσως ούτε και αισθητικά, μιλώντας με γιορτινούς όρους

Αλλά μάλλον ο ίδιος το εξήγησε απλότερα και καλύτερα στις σημειώσεις του δίσκου. Προειδοποίησε πως «δεν πρόκειται για προοδευτική μουσική· η λέξη που ψάχνετε είναι “διαφορετική».